|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | aspect n | (feature) (χαρακτηριστικό, στοιχείο) | πλευρά, άποψη, διάσταση ουσ θηλ | | | The only aspect of city living that Bob hated was the noise. | | | Η μόνη πλευρά της ζωής στην πόλη που μισούσε ο Μπομπ, ήταν ο θόρυβος. | | aspect n | formal (appearance) | μορφή, όψη ουσ θηλ | | | | κάνω κπ να μοιάζει με έκφρ | | | Larry's beard gave him the aspect of a lumberjack. | | | Η γενειάδα του Λάρρυ τον έκανε να μοιάζει με ξυλοκόπο. | | aspect n | (orientation) | προσανατολισμός ουσ αρσ | | | (καθομιλουμένη) | γωνία ουσ θηλ | | | The ship's aspect made docking difficult. | | | Ο προσανατολισμός του πλοίου έκανε δύσκολο τον ελλιμενισμό. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | aspect n | formal (facial expression) | όψη ουσ θηλ | | | She usually has a happy and optimistic aspect. | | aspect n | (grammar: verb feature) | όψη, άποψη ουσ θηλ | | | | ποιόν ενέργειας φρ ως ουσ ουδ | | | This exercise tests students' knowledge of aspect; they have to choose between past simple and past continuous. |
Ο όρος 'aspect' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|