|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | be at ease v expr | (relaxed) | νιώθω άνετα ρ έκφρ | | | (καθομιλουμένη) | είμαι άνετος, είμαι χαλαρός ρ έκφρ | | | I am more at ease when my boss is not in the office. | | | Νιώθω πιο άνετα, όταν το αφεντικό μου λείπει από το γραφείο. | | be at ease v expr | (not standing at attention) | στέκομαι σε ανάπαυση περίφρ | | | The troops were at ease on the parade ground. | | | Τα στρατεύματα στέκονταν σε ανάπαυση στον χώρο της παρέλασης. | | at ease adv | (stand: not at attention) (στρατός) | ανάπαυση ουσ θηλ | | | The captain ordered the soldiers to stand at ease. | | | Ο λοχαγός διέταξε τους στρατιώτες να σταθούν σε ανάπαυση. | | at ease with [sb/sth] adj | (comfortable) | άνετα επίρ | | | Chris was very friendly, and I instantly felt at ease with him. | | | Ο Κρις ήταν πολύ φιλικός και ένιωσα αμέσως άνετα μαζί του. |
Ο όρος 'at ease' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|