• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
at home adv(in own house)στο σπίτι φρ ως επίρ
 (αργκό)σπίτι ουσ ως επίρ
 I left my wallet at home.
 Άφησα το πορτοφόλι μου στο σπίτι.
at home adv(sport: in own ground)εντός έδρας φρ ως επίρ
  στην έδρα μου φρ ως επίρ
 (καθομ, μεταφορικά)μέσα επίρ
 The team have never lost at home.
at home,
at-home
adj
(in own house)στο σπίτι περίφρ
  από το σπίτι περίφρ
 Josie is hoping to have an at-home birth.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
at-home nUS (reception in own house)στο σπίτι περίφρ
 Charles is hosting an at-home in his new apartment.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
feel right at home v exprinformal, figurative (be comfortable)είμαι σαν στο σπίτι μου, αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου έκφρ
 This is such a welcoming village - I feel right at home here.
 Αυτό το χωριό είναι τόσο φιλόξενο, που αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου.
make [sb] feel at home v expr(be welcoming)κάνω κπ να νιώσει σαν στο σπίτι του έκφρ
make yourself at home v exprinformal (settle in) (καθομιλουμένη)βολεύομαι ρ αμ
 (σε προτροπή)Σαν στο σπίτι σου! έκφρ
 Please come in and make yourself at home!
 Πέρασε μέσα σε παρακαλώ και βολέψου!
make yourself at home interj(welcome!)Σαν στο σπίτι σου! έκφρ
 We're not very formal around here - just make yourself at home!
 Δεν είμαστε πολύ τυπικοί εδώ πέρα - Σαν στο σπίτι σου!
stay at home v expr(remain in house)κάθομαι σπίτι, μένω στο σπίτι έκφρ
Σχόλιο: hyphens used when term is an adj before a noun, or is used as a noun
 I stayed at home today because I was feeling ill.
stay-at-home adjinformal (doesn't work outside house)που μένει στο σπίτι, που δεν εργάζεται εκτός σπιτιού έκφρ
 She left her career to be a stay-at-home mom.
stay-at-home nUS, informal (person: doesn't go out) (μεταφορικά)σπιτόγατος, σπιτόγατα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 She's a real stay-at-home. You can't get her to go anywhere.
 Είναι πολύ σπιτόγατα. Δεν την πείθεις να πάει πουθενά.
stay-at-home order nmainly US (government instruction: mass quarantine)εντολή κατ' οίκον περιορισμού φρ ως ουσ θηλ
  εντολή απαγόρευσης κυκλοφορίας φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'at home' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση at home στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «at home».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!