• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: being, be

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
being n(creature) (ζωντανός οργανισμός)ον, πλάσμα ουσ ουδ
Σχόλιο: πληθυντικός: τα όντα
 Many people believe that the galaxy is full of intelligent beings.
 Πολλοί πιστεύουν ότι ο γαλαξίας είναι γεμάτος από νοήμονα όντα.
being n(existence)ύπαρξη ουσ θηλ
  είναι ουσ ουδ άκλ
 Philosophers debate the meaning of being.
 Οι φιλόσοφοι εξετάζουν τη σημασία της ύπαρξης.
being n(nature, self)είναι ουσ ουδ άκλ
 Theresa hates liars with every fibre of her being.
 Η Τερέζα μισεί τους ψεύτες με όλο της το είναι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be vi(nature)είμαι ρ συνδ
 My mother is short.
 Η μητέρα μου είναι κοντή.
be vi(state)είμαι ρ συνδ
Σχόλιο: Σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται ή αντικαθίσταται με άλλο κατάλληλο ρήμα, π.χ. οι δύο τελευταίες προτάσεις του παραδείγματος αποδίδονται ως εξής: «Η Ώντρεϋ πεινάει.», «Η Τάνια έχει δίκιο».
 Barry is ill.
 Audrey is hungry.
 Tania is right.
 Ο Μπάρι είναι άρρωστος.
be vi(exist)είμαι ρ συνδ
  υπάρχω ρ αμ
 There is a woman of 101 in the house opposite.
 Στο απέναντι σπίτι είναι μια γυναίκα 101 ετών.
be vi(be located)είμαι, βρίσκομαι ρ αμ
 The butter is on the table.
 Το βούτυρο είναι (or: βρίσκεται) πάνω στο τραπέζι.
be vi(event: occur)είμαι ρ συνδ
  συμβαίνω, γίνομαι ρ αμ
 The play is at eight o'clock.
 Το έργο είναι στις οχτώ.
be vi(equates two noun phrases)είμαι ρ συνδ
 She is a police officer.
 Είναι αστυνομικός.
be vi(condition: age)είμαι ρ συνδ
 Robert is ten years old.
 Ο Ρόμπερτ είναι δέκα χρονών.
be v aux(with present participle: continuous) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Για τη μετάφραση, χρησιμοποιείται ο ενεστώτας του ρήματος.
 Teresa is eating her dinner at the moment.
 Αυτή τη στιγμή, η Τερέζα τρώει το βραδινό της.
be v aux(with present participle: future) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Η μετάφραση γίνεται χρησιμοποιώντας τον στιγμιαίο μέλλοντα του ρήματος.
 We are playing tennis this weekend.
 Θα παίξουμε τένις το σαββατοκύριακο.
be v aux(with past participle: passive) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 My wallet was stolen yesterday.
 Το πορτοφόλι μου εκλάπη χθες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be vi(cost)κάνω ρ μ
  κοστίζω ρ μ
 It is seven dollars.
 That will be ten pounds, please.
 Κάνει εφτά δολάρια.
be vi(have been: go, gone)πηγαίνω, βρίσκομαι ρ αμ
 I have been to Rome.
 Έχω πάει (or: βρεθεί) στη Ρώμη.
be vi(imperative) (προστακτική)να είσαι, να είστε περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Συνήθως χρησιμοποιείται το αντίστοιχο ρήμα και όχι το "να είσαι" + επίθετο. Π.χ. Πρόσεχε! Λογικέψου!
 Be quiet! Be reasonable!
be vi(feel)είμαι ρ συνδ
  νιώθω ρ αμ
Σχόλιο: Ορισμένες φορές δεν αντιστοιχίζεται ακριβώς, π.χ. μπορεί να πει κάποιος ότι «ζαλίζεται».
 I'm dizzy after that rollercoaster ride.
be vi(time) (γ' πρόσωπο: η ώρα)είναι ρ συνδ
 It's half past eight.
be vi(weather) (π.χ. κρύο, ζέστη)κάνει ρ απρ
 It's cold today; you'll need your hat and gloves.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
be about vi phrasalinformal (be present, in the vicinity)είμαι εδώ, είμαι παρών περίφρ
  είμαι στην περιοχή περίφρ
  υπάρχω ρ αμ
 Not many people are about today.
be ahead vi phrasalfigurative (have an advantage) (μεταφορικά)είμαι πιο μπροστά έκφρ
 Compared to the UK, Sweden is ahead in terms of employment security.
be along vi phrasalinformal (arrive)έρχομαι ρ αμ
  φτάνω ρ αμ
be back vi phrasal(have returned)έχω επιστρέψει, είμαι πίσω ρ αμ
 I'm back from camp, did you miss me?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
being | be
ΑγγλικάΕλληνικά
bring [sth] into being vtr(create, begin [sth])ξεκινώ, αρχίζω ρ μ
  δημιουργώ ρ μ
Σχόλιο: επίσης ξεκινάω, αρχινάω
come into being v expr(be born)γεννιέμαι ρ αμ
 The Internet didn't just come into being spontaneously. It is the result of decades of research and development.
come into being v expr(be created)δημιουργούμαι ρ αμ
 (μεταφορικά)παίρνω σάρκα και οστά έκφρ
coming into being n(birth, creation)δημιουργία, γένεση ουσ θηλ
 (μεταφορικά)γέννηση ουσ θηλ
fellow human being n([sb] else who is experiencing life)συνάνθρωπος ουσ αρσ
for the time being expr(temporarily)προς το παρόν, προσωρινά έκφρ
 My car fell apart so I'm using my bicycle for the time being.
 Το αυτοκίνητό μου διαλύθηκε, γι' αυτό προσωρινά (or: προς το παρόν) χρησιμοποιώ το ποδήλατό μου.
human being n(person: distinct from animals)άνθρωπος ουσ αρσ
 The kind way she treats people makes her a real human being.
 Ο ευγενικός τρόπος με τον οποίο φέρεται στον κόσμο την κάνει πραγματικό άνθρωπο.
human being n(homo sapiens)άνθρωπος ουσ αρσ
  ανθρώπινο ον επίθ + ουσ ουδ
 The earliest human beings lived in Africa.
 Οι πρώτοι άνθρωποι έζησαν στην Αφρική.
innermost being n(soul)ψυχή ουσ θηλ
  το είναι μου φρ ως ουσ ουδ
 When the musician is playing his instrument, he is expressing the feelings of his innermost being.
be liable to being [sth] v expr(be vulnerable to) (να πάθω κτ)διατρέχω τον κίνδυνο περίφρ
 If you leave your cattle out in open range at night they are liable to being snatched by wolves.
 Αν αφήσεις το κοπάδι σου έξω στο βοσκότοπο τη νύχτα, διατρέχει τον κίνδυνο να το αρπάξουν οι λύκοι.
living being n(creature: animal or person)ζώο, ζωντανό πλάσμα ουσ ουδ
 No living being should ever be treated that way.
looked upon as being [sth] expr(regarded as being)που θεωρείται περίφρ
spiritual being n(supernatural entity)υπερφυσικό ον έκφρ
supernatural being n(spirit, ghost)υπερφυσικό ον ουσ ουδ
supreme being n(god)υπέρτατο ον επίθ + ουσ ουδ
  ανώτερη ύπαρξη επίθ + ουσ θηλ
  ανώτερη δύναμη επίθ + ουσ θηλ
 Most religions include the belief in a supreme being.
the Supreme Being n(Christian god)η ανώτερη δύναμη φρ ως ουσ θηλ
 God the Father is the Supreme Being in whom we believe and whom we worship.
That being said expr(having said that, however)παρόλα αυτά έκφρ
  ωστόσο σύνδ
 (επίσημο, λόγιος)τούτου λεχθέντος έκφρ
 The property market is slow right now. That being said, your house is in a desirable neighbourhood and is likely to fetch a good price.
that being so adv(if or since that is true)δεδομένης της κατάστασης έκφρ
 The situation there is becoming extremely dangerous. That being so, I will avoid going there.
that being the case adv(therefore)επομένως σύνδ
  σε αυτή την περίπτωση έκφρ
 He's a convicted rapist. That being the case, he shouldn't be allowed to live anywhere where he could attack other women.
well-being,
wellbeing
n
(health, happiness)ευημερία ουσ θηλ
  το ότι είμαι καλά έκφρ
  το καλώς έχειν έκφρ
  καλή ψυχοσωματική κατάσταση φρ ως ουσ θηλ
 Parents should ensure the well-being of their children.
 Οι γονείς οφείλουν να διασφαλίζουν την ευημερία των παιδιών τους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'beings' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση beings στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «beings».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!