• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: contracting, contract

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contracting n(muscle: tightening)συστολή ουσ θηλ
 The doctor observed the contracting of the muscle.
contracting adj(muscle: tightening)σφιγμένος μτχ πρκ
  συσταλμένος μτχ πρκ
 The tendon is pulled towards the contracting muscle.
contracting adj(shrinking)συσταλμένος μτχ πρκ
contracting n(making an agreement) (με συμβόλαιο, σύμβαση)παραχώρηση ουσ θηλ
  εκχώρηση ουσ θηλ
  υπογραφή συμβολαίου, υπογραφή σύμβασης φρ ως ουσ θηλ
 The contracting of public services from the government to the private sector is becoming more common.
contracting adj(making an agreement)του συμβολαίου περίφρ
  της σύμβασης περίφρ
 The company is negotiating the contracting terms.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contract n(legal agreement)συμβόλαιο ουσ ουδ
  σύμβαση ουσ θηλ
  συμφωνητικό ουσ ουδ
 The company has a contract with the supplier.
 The football player signed a contract.
 Η εταιρεία έχει συμβόλαιο με τον προμηθευτή. // Ο ποδοσφαιριστής υπέγραψε συμβόλαιο.
contract vi(make an agreement) (κάνω συμφωνία)συμβάλλομαι ρ αμ
  υπογράφω συμβόλαιο ρ μ
 (για γάμο)συνάπτω ρ μ
 He contracted with the company to provide services.
 Συμβλήθηκε με την εταιρία για να παράσχει υπηρεσίες.
contract [sth] vtr(get a disease) (από ασθένεια)προσβάλλομαι, μολύνομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)κολλάω ρ αμ
 He contracted malaria in Africa.
 Προσβλήθηκε (or: Μολύνθηκε) από ελονοσία στην Αφρική.
 Κόλλησε ελονοσία στην Αφρική.
contract vi(shrink)συστέλλομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)μπαίνω, μαζεύω ρ αμ
 Wood contracts as it dries.
 Το ξύλο συστέλλεται καθώς στεγνώνει.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contract n as adj(under legal agreement) (επαγγελματίας)ελεύθερος, ανεξάρτητος επίθ
  με σύμβαση περίφρ
 The contract worker will find another job.
contract vi(muscle: tighten)συσπώμαι ρ μ
  κάνω σύσπαση περίφρ
 Her muscles contracted as she lifted the box.
contract [sth] vtr(tighten [sth])σφίγγω ρ μ
 (επίσημο)συσπώ ρ μ
 Contract the muscles in your leg when you do this stretch.
 Σφίξε τους μύες των ποδιών σου όταν κάνεις αυτό το τέντωμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
contract [sth] out vtr phrasal sep(outsource)χρησιμοποιώ εξωτερικούς συνεργάτες περίφρ
contract [sth] out to [sb] vtr phrasal sep(outsource)αναθέτω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
contract out vi phrasal(outsource)χρησιμοποιώ εξωτερικούς συνεργάτες περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
contracting | contract
ΑγγλικάΕλληνικά
contracting party n([sb] hiring external worker)που προσλαμβάνει εξωτερικό συνεργάτη έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'contracting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contracting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «contracting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!