| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| go public v expr | (business) (για εταιρεία) | εισάγομαι στο χρηματιστήριο έκφρ |
| go public v expr | informal (reveal information) | αποκαλύπτω ρ μ |
| | | φανερώνω ρ μ |
| | | γνωστοποιώ ρ μ |
| | | δημοσιεύω ρ μ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς στα ελληνικά απαιτείται και το αντικείμενο της πρότασης. |
| | The politician's lover threatened to go public if he didn't pay her half a million pounds. |
| | Η ερωμένη του πολιτικού απείλησε να αποκαλύψει τα πάντα αν δεν της έδινε μισό εκατομμύριο λίρες. |
| go public with [sth] v expr | informal (reveal [sth]) | αποκαλύπτω ρ μ |
| | | φανερώνω ρ μ |
| | | γνωστοποιώ ρ μ |
| | | δημοσιεύω ρ μ |