• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go wrong v expr(person: fail) (εγώ ο ίδιος)κάνω λάθος περίφρ
 (η διαδικασία)πάω στραβά περίφρ
 If you follow the instructions, you can't go wrong.
 Αν ακολουθήσεις τις οδηγίες, δεν θα κάνεις λάθος.
go wrong v expr(project, attempt, etc: fail)αποτυγχάνω ρ αμ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)στραβώνω ρ αμ
 My attempt to apologise to Ruby went wrong when I accidentally trod on her foot.
go wrong v expr(appliance, device: stop working properly)χαλάω, χαλώ ρ αμ
 My computer's gone wrong; the screen is completely blue.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
go the wrong way v expr(move in incorrect direction)πάω προς λάθος κατεύθυνση έκφρ
  έχω πάρει λάθος δρόμο έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go wrong' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go wrong στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «go wrong».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!