plug in



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plug [sth] in vtr phrasal sep(connect to mains supply)βάζω στην πρίζα περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is or modifies a noun
 He plugged in the television and switched it on.
 Έβαλε την τηλεόραση στην πρίζα και την άνοιξε.
plug-in n(software add-on)plug in ουσ ουδ άκλ
  πρόσθετο επίθ ως ουσ
 To view videos on this website, you need to install a plug-in.
plug-in adj(device: that connects up)που μπαίνει σε βύσμα περίφρ
 (πιο απλά)πρόσθετος επίθ
 (μεταφορικά)εξωτερικός επίθ
 The pen drive is a simple plug-in USB device.
 Το στικάκι μνήμης είναι μια απλή εξωτερική συσκευή USB.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση plug in στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «plug in».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!