pounding

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpaʊndɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'pounding' παραπέμπει στον όρο ''pounding''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'pounding' is cross-referenced with ''pounding''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: pounding, hash, pound

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pounding n(act of hitting [sth])χτύπημα, κοπάνημα ουσ ουδ
  χτυπάω, χτυπώ ρ μ
  κοπανάω, κοπανώ ρ μ
 Give the wall a good pounding with your sledgehammer.
 Πρέπει να χτυπήσεις δυνατά τον τοίχο με τη βαριοπούλα.
pounding n(hammering sound) (ήχος)χτύπημα ουσ ουδ
 Can you hear that pounding coming from the attic?
 Ακούς αυτά τα χτυπήματα στη σοφίτα;
pounding n(thudding: of heart)χτύπημα ουσ ουδ
 (έντονο, ακανόνιστο)σφυροκόπημα ουσ ουδ
 Jessica laid her head on her husband's chest and listened to the pounding of his heart.
pounding n(loud footsteps)βήματα ουσ θηλ πλ
 (δυνατό, έντονο)ποδοβολητό ουσ ουδ
 I could hear the pounding of footsteps in the hallway all day.
 Άκουγα βήματα στον διάδρομο όλη μέρα.
pounding n(sound of big waves)ο ήχος των κυμάτων που σκάνε στην ακτή
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Richard sat listening to the pounding of waves on the beach.
 Ο Ρίτσαρντ καθόταν και άκουγε τον ήχο των κυμάτων που έσκαγαν στην ακτή.
pounding nfigurative (act of beating [sb])χτυπάω, χτυπώ, δέρνω ρ μ
 (μεταφορικά, καθομ)ξύλο ουσ ουδ
 He received a pounding from gang members.
 Τον χτύπησαν μέλη μιας συμμορίας.
 Έφαγε ξύλο από μέλη μιας συμμορίας.
pounding nfigurative (heavy defeat) (βαριά ήττα)συντριβή ουσ θηλ
 (επίσημο)όλεθρος ουσ αρσ
 The home team took a pounding and lost by 40 points.
 Η γηπεδούχος ομάδα υπέστη συντριβή κι έχασε με 40 πόντους διαφορά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pounding adj(hammering) (μεταφορικά)που σφυροκοπά περίφρ
Σχόλιο: Αποδίδεται και με άλλους τρόπους, πχ «Στάθηκε στην είσοδο ενός κτιρίου για να προστατευτεί από το σφυροκόπημα της βροχής».
 She stood in a doorway, taking shelter from the pounding rain.
pounding adjfigurative (sound: hammering) (καθομιλουμένη)μπιτάτος επίθ
 (ανεπ: ελαφρώς αρνητικό)ντάπα ντούπα φρ ως ουσ ουδ
 Inside, people were dancing to a pounding dance track.
 Μέσα ο κόσμος χόρευε με το ντάπα ντούπα της μουσικής.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hash n(food)ψιλοκομμένο κρέας με πατάτες και λαχανικά
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Harry cut up some vegetables and potatoes and made some hash for breakfast.
hash n(computers) (Η/Υ)κατατεμαχισμός, κατακερματισμός ουσ αρσ
 Hashes are produced by hash functions, which you can use to find duplicates in large files.
 Οι κατατεμαχισμοί δημιουργούνται από τις λειτουργίες κατατεμαχισμού που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για βρεις διπλοεγγραφές σε μεγαλύτερα αρχεία.
hash ninformal, uncountable (cannabis)χασίς ουσ ουδ άκλ
 The teenagers always hide behind the dumpster on their break and smoke hash.
 Οι έφηβοι πάντα κρύβονται πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών στο διάλειμμά τους και καπνίζουν χασίς.
hash (UK),
pound (US)
n
(hash mark: number sign #)δίεση ουσ θηλ
 For the first option, press 1 followed by the hash.
hash [sth] vtr(mince, chop)ψιλοκόβω ρ μ
 The cook hashed some potatoes for breakfast.
 Ο μάγειρας ψιλόκοψε λίγες πατάτες για πρωινό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hash of [sth] nfigurative (jumble)μείγμα από κτ έκφρ
  συνονθύλευμα από κτ έκφρ
 This report is a confusing hash of figures and statistics.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pound n(unit of weight: 454 grams)λίβρα ουσ θηλ
 I need a pound of courgettes and half a pound of tomatoes for this recipe.
 Χρειάζομαι μια λίβρα κολοκυθάκια και μισή λίβρα τομάτες για αυτή τη συνταγή.
the pound n(British currency: sterling)λίρα Αγγλίας φρ ως ουσ θηλ
  στερλίνα ουσ θηλ
 (αν εννοείται)λίρα ουσ θηλ
 The pound is strong against the euro at the moment.
 Η λίρα Αγγλίας είναι πιο ισχυρή από το ευρώ αυτή τη στιγμή.
pound noften plural (British money: one pound)λίρα ουσ θηλ
  λίρα Αγγλίας φρ ως ουσ θηλ
 The entrance fee is ten pounds per person.
 Η είσοδος κοστίζει δέκα λίρες το άτομο.
pound n(enclosure for stray dogs) (καθομιλουμένη)ο μπόγιας άρθ ορ + ουσ αρσ
 (επίσημο)χώρος φύλαξης αδέσποτων φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς ο ελληνικός όρος αναφέρεται στο άτομο αλλά συχνά χρησιμοποιείται και για να αναφερθούμε στο μέρος.
 The dog catcher takes stray dogs to the pound.
pound n(enclosure for vehicles)μάντρα ουσ θηλ
  πάρκινγκ ουσ ουδ άκλ
 (κατά λέξη)μάντρα όπου φυλάσσονται οχήματα που πήρε ο γερανός
 Neil was parked illegally, so his car was taken to the pound.
pound vi(heart: beat hard)χτυπάω δυνατά ρ αμ + επίρ
 (μεταφορικά)σφυροκοπώ ρ αμ
 James had been running fast and his heart was pounding.
 Ο Τζέιμς έτρεχε γρήγορα και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.
pound [sth] vtr(beat, strike hard)βαράω, βαρώ, κοπανάω, κοπανώ ρ μ
 (πιο ήπιο)χτυπάω, χτυπώ ρ μ
 Lydia pounded the door, demanding to be let in.
 The waves pounded the rocks.
 Η Λυδία χτυπούσε την πόρτα, απαιτώντας να μπει μέσα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pound viusually with adverb (run with heavy steps)τρέχω με ποδοβολητά έκφρ
  ποδοβολώ ρ αμ
 The tired runner pounded along the street.
pound on [sth] vi + prep(hit hard) (κάτι, σε κάτι)βαράω, βαρώ, κοπανάω, κοπανώ ρ μ
 (πιο ήπιο: κάτι, σε κάτι)χτυπάω, χτυπώ ρ μ
 Woken by his neighbour's loud music, Leon pounded on the wall in protest.
pound [sth] vtrfigurative (type: on keyboard)χτυπάω, χτυπώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)κοπανάω ρ μ
 The secretary was pounding the keys, trying to get the report finished in time to go in the post.
pound [sth] vtr(grind to powder)χτυπάω, χτυπώ ρ μ
  αλέθω, τρίβω ρ μ
 Pound the spices in a mortar, until you have a fine powder.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
hash [sth] out,
hash out [sth],
hash [sth] over,
hash over [sth]
vtr phrasal sep
informal (negotiate, discuss [sth])ξεκαθαρίζω ρ μ
  διευθετώ ρ μ
 (διαφορές)λύνω ρ μ
 Peter and Frank hashed out their differences and are friends again. Ella and I have finally hashed out the details of our business plan.
pound away vi phrasal(bang repeatedly at [sth])κτυπώ, χτυπώ ρ μ
 (μεταφορικά)κοπανώ ρ μ
Σχόλιο: επίσης κτυπάω, χτυπάω, κοπανάω
 The young drummer sat at his drums, pounding away, while dreaming of being a famous rock drummer.
pound away vi phrasalfigurative (persevere) (μεταφορικά)επιμένω, εμμένω ρ μ
pound away at [sth] vtr phrasal insep(bang repeatedly)κτυπώ, χτυπώ ρ μ
 (μεταφορικά)κοπανώ ρ μ
Σχόλιο: επίσης κτυπάω, χτυπάω, κοπανάω
pound away at [sth] vtr phrasal insepfigurative (persevere with) (μεταφορικά)επιμένω, εμμένω ρ μ
pound [sth] out,
pound out [sth]
vtr phrasal sep
(produce by typing)δακτυλογραφώ ρ μ
  πληκτρολογώ ρ μ
 She pounded out the last chapter of her novel in record time.
pound [sth] out,
pound out [sth]
vtr phrasal sep
(rhythm: produce by banging) (μεταφορικά)παίζω ρ μ
 (κατά λέξη)παίζω κτ κοπανώντας έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
pounding | hash | pound
ΑγγλικάΕλληνικά
pounding headache,
thumping headache
n
informal (head pain)σφύζων πονοκέφαλος επίθ + ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)πονοκέφαλος που κάνει το κεφάλι μου να σπάσει περίφρ
 I've been off work today with a pounding headache.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pounding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pounding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pounding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!