• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: treated, treat

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
treated adj(with [sth] applied to it)επιστρωμένος μτχ πρκ
  επεξεργασμένος μτχ πρκ
 The treated wood is less likely to be damaged by rain.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
treat [sb] vtr(behave towards)φέρομαι σε κπ, συμπεριφέρομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 He treats her badly.
 Της φέρεται (or: συμπεριφέρεται) άσχημα.
treat [sth] vtr(act as if)αντιμετωπίζω ρ μ
 She treated the situation as if nothing had happened.
 Αντιμετώπισε την κατάσταση σαν να μη συνέβαινε τίποτα.
treat [sb] vtr(pay, offer [sth] special)κερνάω, κερνώ ρ μ
 Do you fancy going out for dinner tonight? I'll treat you!
 Έχεις όρεξη να βγούμε για φαγητό απόψε; Θα σε κεράσω εγώ!
treat [sb],
treat [sb] to [sth]
vtr
(pay for [sb])κερνάω, κερνώ ρ μ
 (όχι γεύμα ή ποτό)κάνω δώρο ρ μ + ουσ ουδ
 (επίσημο)προσφέρω ρ μ
 She treated her friend to lunch.
 He treated her to a weekend at a spa.
 Κέρασε τον φίλο της μεσημεριανό.
 Της έκανε δώρο ένα σαββατοκύριακο σε σπα.
treat [sb] vtr(attempt to cure)περιποιούμαι, φροντίζω ρ μ
 (εισαγωγή σε νοσοκομείο)νοσηλεύω ρ μ
 The doctor treated the patient.
 Ο γιατρός περιποιήθηκε τον ασθενή.
treat [sth] with [sth] vtr + prep(medicate using)θεραπεύω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  αντιμετωπίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 (η πάθηση)θεραπεύομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  αντιμετωπίζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 Headaches are often treated with aspirin.
 Οι πονοκέφαλοι αντιμετωπίζονται συχνά με ασπιρίνη.
treat [sb] with [sth] vtr + prepoften passive (show an attitude of)συμπεριφέρομαι σε κπ με κτ, φέρομαι σε κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 Your elders deserve to be treated with respect.
 Στους ηλικιωμένους αξίζει να τους φερόμαστε με σεβασμό.
treat n([sth] special)έκπληξη ουσ θηλ
  δώρο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I have a treat for her. I made her a card and will surprise her tomorrow.
 Της έχω μια έκπληξη. Της έφτιαξα μια κάρτα και θα της την δώσω αύριο.
treat n([sth] special: food)λιχουδιά ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, μόνο πληθυντικός)καλούδια ουσ θηλ πλ
 We have a treat for the kids after dinner.
 Έχουμε μια λιχουδιά για τα παιδιά μετά το βραδινό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
treat n([sth] special: animal)μεζεδάκι ουσ ουδ
  λιχουδιά ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 They gave the dog one of his treats for performing the trick.
treat n([sth] offered)κέρασμα ουσ ουδ
  κερνάω ρ αμ
 Do you want to go out for a drink? My treat!
 Θες να πάμε για ένα ποτάκι; Κερνάω εγώ!
treat [sth] vtr(act upon)χειρίζομαι ρ μ
  διαχειρίζομαι ρ αμ
  αντιμετωπίζω ρ αμ
 I intend to treat this matter seriously.
treat [sth] vtr(cover, in a text or speech)αναλύω, συζητώ ρ μ
  καλύπτω ρ μ
 The article didn't even treat the main issue.
treat [sth] vtr(apply to [sth])εφαρμόζω σε κτ ρ μ + πρόθ
  περνάω με κτ ρ μ + πρόθ
 He treated the table with a protective cleaning solution.
 Εφάρμοσε ένα προστατευτικό καθαριστικό διάλυμα στο τραπέζι.
 Πέρασε το τραπέζι με ένα προστατευτικό καθαριστικό διάλυμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
treated | treat
ΑγγλικάΕλληνικά
ill-treated adj([sb]: treated with cruelty)που τον έχουν κακομεταχειριστεί περίφρ
  κακοποιημένος μτχ πεκ
  που έχει δεχθεί κακοποίηση περίφρ
  που του έχουν φερθεί βάναυσα περίφρ
non-treated adj(unprocessed)ακατέργαστος επίθ
  μη κατεργασμένος, μη επεξεργασμένος περίφρ
poorly treated adj(abused or neglected)που υφίσταται κακομεταχείριση περίφρ
sham treated,
sham-treated
adj
(given a placebo)που έλαβε εικονική θεραπεία περίφρ
  που έλαβε πλασέμπο περίφρ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'treated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση treated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «treated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!