linked

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/lɪŋkt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lingkt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: linked, link

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
linked adj(physically connected) (με κάτι)συνδεδεμένος μτχ πρκ
  ενωμένος μτχ πρκ
 (χέρια)πιασμένος μτχ πρκ
 The old couple's linked arms were a means of support as well as a sign of affection.
 Τα ενωμένα χέρια του ηλικιωμένου ζευγαριού ήταν ένα μέσο στήριξης αλλά και ένα δείγμα αγάπης.
linked adjfigurative (related)που συνδέεται, που έχει σχέση περίφρ
  συνδεδεμένος μτχ πρκ
 The police detective was investigating a spate of linked crimes.
 Ο αστυνομικός ερευνούσε μια σειρά από εγκλήματα που συνδέονταν.
linked adj(internet) (με κάτι)συνδεδεμένος μτχ πρκ
 The main company website has several linked sites belonging to its subsidiaries.
 Η κύρια ιστοσελίδα της εταιρείας έχει πολλά συνδεδεμένα σάιτ που ανήκουν στις θυγατρικές της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
link [sth],
link [sth] and [sth]
vtr
(connect) (κάτι με κάτι άλλο)συνδέω, ενώνω ρ μ
 They linked the two carriages to form a longer train.
 Συνέδεσαν (or: ένωσαν) τα δύο βαγόνια για να σχηματιστεί ένα μεγαλύτερο τρένο.
link [sth] with [sth] vtr + prep(connect physically)συνδέω κτ με κτ, ενώνω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 Gaby used a USB cable to link the printer with the computer.
 Η Γκάμπι χρησιμοποίησε ένα καλώδιο USB για να συνδέσει τον εκτυπωτή με τον υπολογιστή.
link vi(be, become connected)συνδέομαι ρ αμ
  είμαι συνδεδεμένος ρ έκφρ
 The carriages linked to form a longer train.
 Τα βαγόνια συνδέθηκαν για να σχηματίσουν ένα μεγαλύτερο τρένο.
link [sb/sth] to [sb/sth] vtr + prepfigurative (connect mentally) (μεταφορικά)συνδέω κπ/κτ με κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  συσχετίζω κπ/κτ με κπ/κτ ρ μ + πρόθ
 The detective linked the suspect to the crime scene.
 Ο ντετέκτιβ συνέδεσε τον ύποπτο με τον τόπο του εγκλήματος.
link [sth/sb] with [sth/sb] vtr + prepfigurative (associate)συνδέω κπ/κτ με κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  συσχετίζω κπ/κτ με κπ/κτ ρ μ + πρόθ
 (εγώ ο ίδιος)με συνδέουν με κπ/κτ έκφρ
  με συσχετίζουν με κπ/κτ έκφρ
 The rock star has often been linked with bad behaviour such as taking drugs.
link nfigurative (connection) (μεταφορικά)σύνδεση ουσ θηλ
  σχέση ουσ θηλ
 Is there any link between these two murders?
 Υπάρχει κάποια σύνδεση (or: σχέση) ανάμεσα στους δύο φόνους;
link vi(give internet hyperlink)βάζω λινκ ρ αμ
 (επίσημο)βάζω υπερσύνδεσμο ρ μ + ουσ αρσ
 Maura linked to the article on her webiste.
link [sth/sb] with [sth/sb] vtr + prep(correlate, associate)συνδέω κπ/κτ με κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  συσχετίζω κπ/κτ με κπ/κτ ρ μ + πρόθ
 Several studies have linked smoking with birth defects.
link n(part of a chain)κρίκος ουσ αρσ
 The chain is only as strong as its weakest link.
 Η αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της.
link nfigurative (connection in a chain) (μεταφορικά)κρίκος ουσ αρσ
 He's the weakest link in our team.
 Είναι ο πιο αδύναμος κρίκος της ομάδας μας.
link n(phone, communication)σύνδεση ουσ θηλ
 We lost our link to headquarters, and are trying to call back.
 Χάσαμε τη σύνδεση με τα κεντρικά και προσπαθούμε να τους ξανακαλέσουμε.
link n(internet hyperlink)λινκ ουσ ουδ άκλ
 (επίσημο)σύνδεσμος ουσ αρσ
 Here's a link to an Internet site that I like.
 Αυτό είναι το λινκ για μία ιστοσελίδα που μου αρέσει.
 Αυτός είναι ο σύνδεσμος για μία ιστοσελίδα που μου αρέσει.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
link n(means of travel) (μεταφορικά)σύνδεση ουσ θηλ
 There is a bus link from the airport to the subway.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το καλοκαίρι εγκαινιάζεται η αεροπορική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα νησιά του Αιγαίου.
links n(golf course)γήπεδο γκολφ φρ ως ουσ ουδ
 "Murder on the Links" is an Agatha Christie mystery.
 «Ο Φόνος στο Γήπεδο του Γκολφ» είναι ένα μυθιστόρημα μυστηρίου της Αγκάθα Κρίστι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
link [sth] up,
link up [sth]
vtr phrasal sep
(connect)συνδέω ρ μ
 The Laos-Thai bridge links up the two countries.
link up vi phrasalinformal, figurative (people: get in contact)έρχομαι σε επαφή, έρχομαι σε επικοινωνία περίφρ
 The website provides an opportunity for like-minded business people to link up.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
linked | link
ΑγγλικάΕλληνικά
linked to [sth/sb] adj + prepfigurative (caused by, due to)είμαι συνδεδεμένος με κτ/κπ ρ έκφρ
  συνδέομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Heart disease is linked to lifestyle choices.
linked with [sth/sb] adj + prepfigurative (associated)που σχετίζεται με κπ/κτ περίφρ
sex-linked adj(genetics: gene) (γονίδιο)φυλοσύνδετος επίθ
sex-linked adj(genetics: character) (χαρακτήρας)φυλοσύνδετος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'linked' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: linked [towns, cities], the [towns] are linked by a shuttle service, linked [systems, computers, people, users, workers, companies], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση linked στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «linked».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!